lundi 21 avril 2014

"ΤΟ ΓΛΥΚΥΤΑΤΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ" - Σε αναζήτηση εκδότη

e-mail: fr_anou@yahoo.com

"Το Γλυκύτατο Αρκουδάκι Ονειρεύεται" 
της Άννας Αναγνωστοπούλου 

 
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος μακρινό, ζούσε ένα αρκουδάκι. Το Γλυκύτατο. Δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό. Αν το ρωτούσες πόσο χρονών είναι, έλεγε: «Είμαι 5» καθώς θυμόταν τα λόγια της μαμάς του, η οποία πάει καιρός που έλειπε από τη σπηλιά. Ίσως, λέγανε οι σοφότερες αρκούδες να είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα κυνηγού, αλλά κανείς ποτέ δε μιλούσε ανοιχτά για τις παγίδες και τους κυνηγούς του δάσους.

  Το Γλυκύτατο αρκουδάκι ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ν' αλλάξει τον κόσμο. Δυσανασχετούσε με ότι ζούσε στη γειτονιά του και θύμωνε με τα κακά πράγματα που έκαναν τα άγρια και πολύ μεγάλα ζώα. Για παράδειγμα οι λύκοι είχαν πάρει μεγάλη δύναμη μέσα στο δάσος και εκμεταλλεύονταν κάθε μικρό και αδύναμο ζώο. Οι αρκούδες αντιστέκονταν αλλά όταν έπεφταν σε χειμερία νάρκη, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. 
 
«Θέλω ν' αλλάξω τον κόσμο» έλεγε και ξανάλεγε, ακόμα και στον ύπνο του. Είχε όλα τα προσόντα για να το κάνει. Ήταν συνεπής, οργανωτικός, μελετηρός, μετρημένος, χαρούμενος και αισιόδοξος. Πάνω από όλα όμως ήταν ονειροπόλος. Έκανε δηλαδή πολλά ΟΝΕΙΡΑ. «Είναι άραγε καλό να είσαι ονειροπόλος;» σκεφτότανε συχνά.

  Μια μέρα λοιπόν ξύπνησε και είπε στον εαυτό του: «Θα προσπαθήσω ν'αλλάξω τον κόσμο αλλιώς δεν μου μένει τίποτ' άλλο παρά να φύγω». Το Γλυκύτατο αρκουδάκι αν έφευγε, θα πήγαινε σε μια άλλη γειτονιά του δάσους, εκεί που λεγόταν ότι τα ζώα είναι σοφά και η ζωή γλυκιά και όμορφη. Η δική του γειτονιά είχε γίνει αφόρητη και κανείς δεν έμοιαζε να επιθυμεί να την αλλάξει.
«Αααα» σκέφτηκε, «ξέρω ποιοι μπορούν να με βοηθήσουν!!». 
 
Κατηφόρισε γρήγορα γρήγορα το μονοπάτι δίπλα από το σπίτι του. Ήταν εύκολο να βρει τους φίλους του. Ήταν πάντα εκεί, δίπλα στις όχθες του καταγάλανου ποταμού. Έφτασε λοιπόν τη στιγμή που απολάμβαναν τη σκιά μεγάλων δέντρων παίζοντας ανέμελα. Έψαχνε κάποιους για να μοιραστεί το ΟΝΕΙΡΟ, και αναρωτήθηκε: «Ποιοι είναι καλύτεροι από τους φίλους»; 
 
  Την πρώτη μέρα δεν κατάφερε να τους πείσει. Τί και αν πόνεσε ο λαιμός του από τα πολλά λόγια. Κανείς δεν έλεγε να δώσει σημασία στο Γλυκύτατο αρκουδάκι και να σηκώσει λίγο το κεφάλι ως ένδειξη καλής προσοχής. Δεν το 'βαλε όμως κάτω. Κάθε πρωί κατηφόριζε το μονοπάτι και κάθε μέρα έλεγε και ξανά έλεγε το ΟΝΕΙΡΟ του.
Κάποια στιγμή λοιπόν οι φίλοι του απάντησαν: «Τι να σου κάνουν έξι αρκούδες Γλυκύτατο αρκουδάκι; Δεν μπορούμε εμείς ν' αλλάξουμε τον κόσμο. Δεν είμαστε ούτε άγρια ζώα για να επιβληθούμε ούτε σοφοί για να το συζητήσουμε!».

Το Γλυκύτατο αρκουδάκι ρουφώντας δυο κουταλιές μέλι για να νιώσει δυνατό, όσο από αυτό του είχε απομείνει στην τσάντα, απάντησε: «Μα έξι; Είμαστε ήδη πολλοί!». Όσες αρκούδες ακούγαν τη συζήτηση λύθηκαν στα γέλια! 
 
  Την άλλη μέρα κατέβηκε πάλι στο ποτάμι με περίσσιο ενθουσιασμό. Από το προηγούμενο βράδυ είχε προετοιμαστεί για το πώς θα τους μιλήσει.
Τους είπε λοιπόν:
 «Ακούστε φίλοι μου. Ο Μικρός αρκούδος ξέρει να ζωγραφίζει. Χρειαζόμαστε κάποιον να ζωγραφίσει το όνειρο. Ο Μεγάλος αρκούδος είναι χτίστης. Χρειαζόμαστε κάποιον να χτίσει το όνειρο. Ο Καλός αρκούδος ξέρει να παίζει μουσική. Χρειαζόμαστε κάποιον να κάνει μουσική το όνειρο. Ο Ψηλός αρκούδος ξέρει να γράφει ωραία. Χρειαζόμαστε κάποιον να γράψει για το όνειρο. Ο Αστείος αρκούδος ξέρει να χειροκροτά. Χρειαζόμαστε κάποιον να δίνει κουράγιο στο όνειρο. Και εγώ ξέρω να ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ. Χρειαζόμαστε κάποιον ... ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟ». Στην τελευταία του φράση άρχισε να κομπιάζει για αυτό επανέλαβε γρήγορα - γρήγορα και χωρίς πολλή σκέψη μπερδεύοντας κάπως τα λόγια του: “Χρειαζόμαστε κάποιον να ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ. Φτάνουμε!” πρόσθεσε “είμαστε ήδη πολλοί!».
Οι φίλοι του τον αγνόησαν, χασκογέλασαν και συνέχισαν τα παιχνίδια. 
 
  Το Γλυκύτατο αρκουδάκι στεναχωρήθηκε, απογοητεύτηκε και δεν κατέβηκε ξανά στο ποτάμι για να μοιραστεί το ΟΝΕΙΡΟ του. Η μαμά του, του έλειπε τώρα περισσότερο από ποτέ. Θυμήθηκε τα λόγια της. Στο τέλος κάθε παραμυθιού που διηγόταν, η Γλυκύτατη μαμά αρκούδα πρόσθετε: «Είσαι το πιο όμορφο αρκουδάκι του κόσμου, ποτέ μην αμφιβάλλεις για τα ΟΝΕΙΡΑ σου!». Το Γλυκύτατο αρκουδάκι ονειροπόλησε τις στιγμές και χαμογέλασε.


  Οι φίλοι του είχαν καιρό να τον δουν στο ποτάμι και άλλο τόσο να ακούσουν νέα του. Ίσως, λέγανε οι σοφότερες αρκούδες να είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα κυνηγού αλλά κανείς ποτέ δεν μιλούσε ανοιχτά για τις παγίδες και τους κυνηγούς του δάσους.


ΤΕΛΟΣ

"Le petit ourson Doucet" - A la recherche d'un éditeur

       

contact: fr_anou@yahoo.com

  


Le petit ourson Doucet 
(d'Anna Anagnostopoulou)
 
Il était une fois, dans une forêt lointaine un petit ours. Le «Doucet». Il n'était pas très grand, ni trop petit non plus. Si on lui demandait son âge, il disait «j'ai 5 ans» tout en pensant aux paroles de sa maman, qui était absente de sa tanière depuis déjà pas mal de temps. Les ours «Sages» racontaient que probablement, elle avait dû être prise dans un piège, mais jamais personne ne parlait ouvertement des pièges et des chasseurs du bois.

«Doucet» l'ourson REVAIT de changer le monde. Il vivait dans son voisinage et se mettait en colère contre les cruautés qu' infligeaient les grands animaux féroces. Par exemple, les loups avaient acquis une telle domination qu'ils profitaient de la faiblesse de tous les petits animaux. Les ours s’y opposaient mais quand arrivait l’hibernation, la situation empiraient réellement.

«Je veux changer le monde» répétait-il jusque dans son sommeil. Il avait toutes les capacités pour y parvenir; il était responsable, méthodique, réfléchi, joyeux et optimiste. Mais par-dessus tout, il était rêveur. Il faisait donc beaucoup de projets. «Est-ce que c'est bien d'être rêveur?» se demandait-il souvent.

Un jour donc, il s'est réveillé et il s'est dit; «je vais essayer de changer le monde, sinon il ne me restera plus qu' à partir. Si «Doucet» l'ourson s'en allait, il irait dans un autre lieu de la forêt là où, paraît-il, les animaux étaient sages et la vie douce et belle; alors que celle de son quartier était devenue insupportable et personne n'avait le désire de l'améliorer.
«Ah», pensait-il, «moi, je sais qui pourrait m' aider!!».

Il a descendu à grande vitesse le chemin près de chez lui. C'était facile de retrouver tous ses amis car ils se rassemblaient toujours là, aux bords de la rivière bleue.
Il est arrivé au moment où ces derniers profitaient de l'ombre des grands arbres, en jouant sans souci.

«Doucet» cherchait des personnes pour partager son REVE, et se disait qui pourrait être meilleur que ses amis?
Le premier jour il n'a pas réussi à les convaincre. Malgré qu'il ait eu mal à la gorge à force de trop parler, personne ne lui prêtait une seule seconde d'attention, pas même un seul regard.

Cependant, il ne s'est pas découragé. Tous les matins il prenait le même chemin et chaque jour il disait et redisait son projet. A un certain moment donc, ses amis lui répondirent, enfin! Que veux-tu que nous fassions, six ours? Nous ne pouvons pas changer le monde. Nous ne sommes ni des bêtes féroces pour dominer, ni des sages pour savoir parler.
«Doucet» l'ourson, savourant deux cuillers de miel qui était resté dans son sac, afin de se sentir fort, répondit.
«Mais six? Nous sommes déjà beaucoup, c'est largement suffisant!»

Tous les ours, écoutant la discussion, se tordirent de rire...
Pourtant, le lendemain, il redescendit à la rivière avec plus d’enthousiasme. Il avait préparé la manière avec laquelle il allait leur parler de ce qu'il leur avait dit la veille; il leur aurait donc dit:

«Écoutez-moi mes amis.«Jeune» l'ours sait peindre; nous avons besoin de quelqu'un qui dessine le «rêve». «Gros» l'ours est maçon; nous avons besoin de quelqu'un pour construire le «rêve». «Bonne» l'ourse sait jouer de la musique; nous avons besoin de quelqu'un qui joue de la musique dans le «rêve». «Grande» l'ourse a une belle écriture; nous avons besoin de quelqu'un qui écrive pour le «rêve». L'ours «Rigolo» sait applaudir; nous avons besoin de quelqu'un qui donne la force à notre «rêve». Et moi je sais rêver, nous... nous... av... avons besoin... d'un rêveur.
Dans sa dernière phrase il a commencé à bredouiller et c'est pourquoi il a répété vite-vite sans réfléchir, emmêlant ses paroles: «nous avons besoin de quelqu'un qui REVE LE REVE. Ça suffit» – a-t-il ajouté «nous sommes même beaucoup!».
Ses amis l'ont ignoré, se sont moqué de lui et ont poursuivi leur jeu.

«Doucet» l'ourson très contrarié et déçu n'est pas redescendu à la rivière pour partager son REVE. Sa maman lui manquait encore plus que jamais. Il se rappelait ses paroles. A la fin de chaque conte qu'elle racontait «Doucette» la maman-ourse ajoutait; «tu es le plus beau des oursons du monde, ne doute jamais de tes REVES». «Doucet» l'ourson se rappelait de ses moments et s'endormant il a sourit.

Ses amis ne l'ont pas vu depuis longtemps à la rivière et n'ont eu aucune de ses nouvelles.
Les ours «Sages» racontaient que probablement, il avait dû être pris dans un piège, mais jamais personne ne parlait ouvertement des pièges et des chasseurs du bois.


FIN

 

Κατερίνα Γιάννακα ΚΕΡΑΜΙΚΗ

Ένας περίπατος στην τέχνη μέσα από το έργο της Κατερίνας Γιάννακα, που ζει και δημιουργεί στο νησί της Αίγινας. 

Συνέντευξη στο Αθηνόραμα
http://www.athinorama.gr/arts/article.aspx?id=1003747


Ευλογία - Ισορροπία - Ομορφιά - Φως - Φύση - Ζωή





mercredi 26 mars 2014

Le vocabulaire des fleurs

la poésie ou la gloire ? la poésie,
la bourse ou la vie ? la vie,
le Christ ou Barabbas ? le Christ,
Galatée ou une cabane ? Galatée,
la guerre ou la paix ? la paix,
Héro ou Léandre ? Héro,
la chair ou les os ? la chair,
la femme ou l'homme ? la femme,
le dessin ou la couleur ? la couleur,
l'amour ou l'indifférence ? l'amour,
la haine ou l'indifférence ? la haine,
la guerre ou la paix ? la guerre,
maintenant ou toujours ? maintenant,
lui ou un autre ? lui,
toi ou un autre ? toi,
alpha ou omega ? alpha,
le départ ou l'arrivée ? le départ,
la joie ou la tristesse ? la joie,
la tristesse ou l'ennui ? la tristesse,
l'homme ou le désir ? le désir,
la guerre ou la paix ? la paix,
aimer ou être aimé ? aimer.

Nikos Engonòpoulos (Grèce, Athènes, 1907-1985), Le vocabulaire des fleurs in le recueil Éleusis, 1949.

με γαλλικά και πιάνο ...

  Στη Γαλλία την νταντά την λένε νουνού. Στην Ελλάδα ο πρώτος συνειρμός της λέξης είναι το γάλα. Επομένως μπορώ να πω αστειευόμενη ότι μεγάλωσα με νουνου ή πάλι κατά κυριολεξία ότι ήπια πολλά νουνού. Αν μου επιτραπεί ο ελεύθερος συνειρμός στην προσπάθεια να βρεθούν οι ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών λέξεων, μπορεί ο ηλεκτρονικός χώρος που μας παρέχει το διαδίκτυο να μην καθίσταται  αρκετός. Σίγουρα και χωρίς υπερβολές, όσα κουτάκια νουνού βρείτε στο ράφι ενός σούπερ μάρκετ της γειτονιάς άλλες τόσες νταντάδες μπορείτε να συναντήσετε ανά γειτονιά στη Γαλλία. Η νταντά εδώ είναι αξιοσέβαστο και ιδιαίτερα δυσεύρετο επάγγελμα ειδικά όταν πρόκειται να την αναζητήσεις στη μέση της σχολικής χρονιάς.

  Η πρώτη απορία γεννήθηκε διαβάζοντας ένα βιβλίο για την εκπαίδευση των μικρών γάλλων.
Το βιβλίο έθετε λοιπόν ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα των γάλλων γονέων να μεγαλώνουν παιδιά με γνώση του savoir vivre ήδη από την κοιλιά. Και δεν κάνω καθόλου πλάκα. Για τους γάλλους η εκπαίδευση ενός παιδιού είναι το α και το ω και φυσικά κρίνονται για αυτό από την κοινωνία που τους περιβάλλει. Έτσι λοιπόν υπάρχουν παιδιά που είναι κακώς αναθρεμμένα και εκείνα πάλι των καλών οικογενειών. Η νταντά λοιπόν παίζει επίσης ένα πολύ σημαντικό ρόλο καθώς είναι εκείνη που κρατά τα παιδιά όταν οι γονείς εργάζονται και περνά αρκετή ώρα της ημεράς μαζί τους.

  Ποια ήταν λοιπόν η πρώτη μου απορία; Νταντάδες καταφθάνουν στο σχολείο με πέντε ή έξι παιδιά η καθεμία. Δύο μωρά στο διπλό καρότσι και τα άλλα τριγύρω. Μέχρι εδώ καλώς, άλλωστε για αυτό πληρώνονται. Έλα μου ντε όμως που επί 20 λεπτά κανένας μπόμπιρας δεν απομακρύνεται από τη νταντά του, μένει κοντά της σχεδόν αγαλματάκι ακούνητο, υπομένοντας βροχές και χιόνια! Έπειτα θα ζητήσει το gouter, το μικρό γεύμα που παίρνουν μετά το σχολείο (ένα μπισκότο, ένα κρουασάν, κτλ) αφού πρώτα πει τη μαγική λέξη: "παρακαλώ πολύ"! Αν η μαγική λέξη δεν ειπωθεί η νταντά κάνει ειλικρινά μάθημα στον μπόμπιρα εκείνη τη στιγμή του τύπου "τι λέμε όταν ζητάμε κάτι";

  Πλέον αρχίζω να συνηθίζω στο νέο είδος παιδικής ύπαρξης και την συμπεριφορική εκπαίδευση των γάλλων παρά το ψυχαναλύτικό τους παρελθόν και παρόν αλλά πάντα με απορίες, γιατί πολύ απλά δεν μεγάλωσα έτσι εγώ και πολύ πιθανά και εσείς, με γαλλικά και πιάνο. Φυσικά ίσως να υπερβάλλω λιγάκι αλλά ειλικρινά σας διαβεβαιώ ότι υπάρχει είδος παιδιών που:
  • Μπροστά σε μια λιχουδιά μπορει να αντισταθεί και να πει στον ίδιο του τον εαυτό: θα τo φάω πιο έπειτα την ώρα που πρέπει!
  • Μπορει να κάνει απλή κουζίνα αν χρειαστεί
  • Τρώει τα λαχανικά σαν να ήταν σουβλάκι
  • Πάει για ύπνο στις 20.15
  • Ζητάει την άδεια για να σηκωθει από το τραπέζι σε κοινωνικές περιστάσεις
  • Τρώει πίτσα και χαμπουργκερ μόνο σε γιορτές, γενέθλια, διακοπές, εξόδους
  • Λέει παρακαλώ πολύ και ευχαριστώ στους ενήλικες
  • Τρώει με μαχαίρι και πιρούνι καθώς αυτά δεν θεωρούνται φονικά όπλα στη γαλλία για ένα παιδί
  • Βλέπει ελάχιστα τηλεόραση

Δεν έχω δίκιο που απορώ;;;