dimanche 16 juin 2013

ΓΑΛΛΙΑ! Ή ΓΑΛΛΙΑ

  ΓΑΛΛΙΑ!

Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος της χώρας θα είναι λίγοι όσοι δεν ενσαρκώσουν στη φαντασία τους τον απόλυτο ρομαντισμό. Η Γαλλία δομεί και διατηρεί την εικόνα μιας ρομαντικής χώρας που η αγάπη και ο έρωτας δεσπόζει και καθοδηγεί τη ζωή. Ποιος δεν θα ζηλέψει το ζευγάρι που φιλιέται στις όχθες του καναλιού του saint Martin πίνοντας κρασί για να ξεδιψάσει το πάθος του και ακούγοντας απαλή μουσική να ξεπηδά από τα δάχτυλα του μαέστρου ακορντεονίστα της παραδίπλα παρέας; Ποιος δεν θέλει να γευτεί την κουζίνα της, τα τυριά της, τα ζεστά κρουασάν, τις μπαγκέτες και τα μικροσκοπικά πολύχρωμα μακαρόν της;
Η Γαλλία φημίζεται για τη δημοκρατία και τον κοινωνικό της χαρακτήρα προς όλες τις κοινωνικές και τις μειονοτικές ομάδες. Διατηρεί μια υψηλή ποιότητα εκπαίδευσης και πολιτισμού και είναι περήφανη για ότι είναι fabriqué en France, όπως και για τη γλώσσα της.


ΓΑΛΛΙΑ

Η σημερινή Γαλλία, με κόπο διατηρεί όλα τα παραπάνω. Είναι αστείο, σύμφωνα με τη γνώμη μου, γιατί όσοι δεν ταξιδέψουμε στη χώρα και ακόμα περισσότερο όσοι δεν κατοικήσουμε σε κάποια πόλη της, θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε και να διαδίδουμε την εικόνα ενός απόλυτα επιτυχημένου marketing. Προσθέτοντας και τους νοσταλγούς της λαμπρής εποχής του '60 και '70, που ακόμα μιλούν με πάθος εφήβου για τη γαλλική κουλτούρα, είμαστε καταδικασμένοι να ονειρευόμαστε το ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι, και το πρώτο ταξίδι του παιδιού μας στο εξωτερικό στην DisneyLand της Γαλλίας.

Το ζευγάρι στο κανάλι του saint Martin επέλεξε κάποιο σημείο του καναλιού που μυρίζει λιγότερο αλκόολ και ακαθαρσίες, αγόρασε ένα φθηνό μπουκάλι κρασί από το παντοπωλείο του άραβα και εκμεταλλεύεται την ανοιχτή φύση της πόλης γιατί με 600 ευρώ το μήνα για 15 τ.μ διαμέρισμα, δεν δύναται να ευχαριστηθεί τον έρωτα του σε κάποιο εστιατόριο της πόλης ή ακόμα και στο ίδιο του σπίτι.

Φυσικά δεν είμαι από αυτούς που θα γκρεμίσουν σε μία νυκτί την ομορφιά της γαλλικής κουλτούρας. Γάλλος εστί το κάλλος του πνεύματος και το αποδίδω προσωπικά απλόχερα στη γενιά που παραδίδει δειλά και με σκεπτικισμό τα σκήπτρα της στις επόμενες, οι οποίες προσπαθούν. Στη γενιά που είχε το πολιτικό και κοινωνικό σθένος να διεκδικεί και να δημιουργεί αυτό που η εκάστοτε εταιρία marketing βρίσκει στο παρόν έτοιμο για αναπαραγωγή.

Αν η Γαλλία δοκιμάζεται την περίοδο αυτή, ως φυσική διαδικασία κάθε ζωντανής κοινωνίας που αναδιαμορφώνεται και συμβαδίζει στις αλλαγές, δεν μου φταίει σε τίποτα αν η δική μου χώρα με μεγάλωσε με κόμπλεξ κατωτερότητας και ιδανικές ιδέες για το οτιδήποτε ηχεί ως “εξωτερικό”. Και δηλώνω ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που έλληνες της διασποράς στις πτήσεις Γαλλία-Ελλάδα, έκαναν συγκρίσεις των δύο χωρών κατακεραυνώντας την εικόνα της Ελλάδας. Ετσι έφτασα επί του παρόντος στο σημείο μιας γνωστικής ασυμφωνίας, που λένε και οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, να διαπραγματεύομαι πια ανοιχτά και χωρίς έκπληξη τα κλισέ μου (clichés) για την αναγκαία επιβίωση και αναδόμηση μου στο νέο εδώ.


ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΚΛΙΣΕ
"coupe la tête"
 
Οι γαλλικές δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν σε άψογο και υψηλό επίπεδο!
(ζήτω το ΙΚΑ)

Οι γαλλικές δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι πάντα θετικά προσκείμενες στο ξένο
(δεν δοκιμάζεις με "καμία κυβέρνηση", το ταλέντο σου στην εκμάθηση αραβικών γλωσσών στον γκισέ)

Στις γαλλικές δημόσιες υπηρεσίες μπορείς να συναντήσεις εργαζόμενο που δεν ξέρει καλά το αντικείμενο του και σε παραπληροφορεί
(θα είναι μέσο του Fr. Hollande, δεν παίζει!)

Μπορεί να συναντήσεις δημόσιο νοσοκομείο όπου οι τουελέτες του σε περίοδο εφημερίας του είναι πιο βρώμικες και από αυτές του δρόμου στην Ομόνοια
(τα MC Donalds διατηρούν καθαρίστρια σχεδόν 24 ώρες στο 24άρω, κοστίζει αλλά κρίνεται απαραίτητη!)

Δημόσια έγγραφα στέλνονται με το ταχυδρομείο και αν χαθούν, σύνηθες, το κράτος δεν παίρνει καμία ευθύνη
(ας το έστελνες συστημένο!)

Σε πανεπιστημιακό επίπεδο υπάρχει άτομο στη γραμματεία της σχολής όπου δεν έχει ακουστά την αναγνώριση των πτυχίων σε ευρωπαικό επίπεδο
(τί μικρο .... που ήταν!)

Δεν είναι όλοι οι Γάλλοι φινετσάτοι και καλλιεργημένοι και δεν ακούνε όλοι τους jazz
(πωπώ!)

Δεν σέβονται όλοι τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας
(τί είδους ανθρωποειδές είν' τούτοι;)

Δεν είναι όλοι οι γάλλοι σοσιαλιστές και αριστεροί
(τα Λεπενάκια (οι ακροδεξιοί) είναι παντού, ισχυροί και επικίνδυνοι)


Αν ορίσουμε ότι οι κοινωνίες, ειδικά στο σήμερα, διέπονται από τα ίδια "πάνω-κάτω" προβλήματα, έχουμε να μοιραστούμε και να συζητήσουμε περισσότερες για τις ομοιότητες παρά για τις όποιες διαφορές μας καλλιεργούν. 





vendredi 4 janvier 2013

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Aλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.—


Pήματα της καυχήσεως του Aιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

samedi 11 février 2012

ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΨΥΧΟΛΟΓΟ. Τί λένε οι γονείς και πώς προετοιμάζουν το παιδί τους για μια επίσκεψη στο γραφείο του Ψυχολόγου;

  Δουλεύοντας με παιδιά τα τρία τελευταία χρόνια, ήμουν πάντα ή δασκάλα ή γιατρός. Τί και αν η ψυχολογία εδρεύει πλέον στην καθημερινότητα μας, τα γραφεία των Ψυχολόγων και τα συμβουλευτικά κέντρα ξετρυπώνουν δειλά το ένα μετά το άλλο, οι γονείς δεν ονοματίζουν εύκολα την ειδικότητα και συγκεκριμένα όταν πρόκειται να φέρουν στο γραφείο τα παιδιά τους. Το θετικό είναι ότι έχουμε ξεπεράσει το ταμπού της γνωριμίας. Οι γονείς μας αναζητούν στις υπηρεσίες, παίρνουν τηλέφωνα, ρωτούν, επομένως υπάρχουμε στο βαθμό που και εμείς οφείλουμε να ορίζουμε την ύπαρξη μας στο δομημένο σύστημα της κάθε οικογένειας και των προβληματισμών της. Την τελευταία φορά έγινα και φιλενάδα. Μια μαμά με αποκάλεσε φίλη για να προετοιμάσει  το παιδί να μου μιλήσει. Το καταλαβαίνω απόλυτα, ειδικά το τελευταίο. Κατανοώ απόλυτα τη δυσκολία του γονιού να μιλήσει στο παιδί του απαλλαγμένος από τις ενοχές που φέρει ο ρόλος του και η απόφαση του να με δει, απαλλαγμένος από τα στερεότυπα της κοινωνίας που ζει για το τι σημαίνει ότι φτάσαμε μέχρι τη πόρτα του Ψυχολόγου.
   Όμως έτσι όλα και όλοι μπερδεύονται. Οι γονείς, τα παιδιά, οι ψυχολόγοι και φυσικά οι στόχοι της συμβουλευτικής / θεραπείας. Τα παιδιά φτάνουν τις περισσότερες φορές και δεν ξέρουν (ή δεν θέλουν να ρισκάρουν να σκεφτούν) γιατί η μαμά τα έφερε ως εδώ και είναι ανήσυχη περιμένοντας εκεί έξω.
   Ο Ψυχολόγος δεν είναι δάσκαλος, δεν είναι γιατρός δεν είναι φίλος. Είναι ένας άνθρωπος που δουλεύει με τα παιδιά για να τα βοηθήσει να μάθουν τί συμβαίνει, γιατί συμβαίνει, ποιος είναι ο ρόλος του παιδιού και πώς μπορεί να το διαχειριστεί, φυσικά πάντοτε ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο και την συναισθηματική ωριμότητα του κάθε παιδιού. Η παρουσία και η συνεργασία του γονέα είναι το Α και το Ω της συμβουλευτικής πορείας του παιδιού. Χρειαζόμαστε όλοι γύρω από το παιδί, ο καθένας στο πόστο του με ξεκάθαρους ρόλους, ανοιχτούς στη διαπραγμάτευση.




  Το παιδί έχει μάθει να μιλάει με το παιχνίδι. Για αυτό και οι περισσότεροι ψυχολόγοι που ασχολούνται με τα παιδιά έχουν παιχνίδια στο χώρο τους. Δεν είναι παιδότοπος, είναι χώρος έκφρασης για το παιδί, χώρος ασφάλειας, κατάθεσης και δημιουργίας. Ψυχολογικές έρευνες αποδεικνύουν όλο και πιο συχνά πως το παιδί μέσα από το παιχνίδι μαθαίνει να οργανώνει, να σχεδιάζει και να λύνει τυχόν προβλήματα που προκύπτουν. Ακόμη, το παιχνίδι ενθαρρύνει τη γλωσσική ανάπτυξη και τις επικοινωνιακές και κοινωνικές δεξιότητες καθώς και τη φαντασία και τη δημιουργική επιδεξιότητα. Το φυσικό – σωματικό παιχνίδι από την άλλη, βοηθάει την εξέλιξη των κινητικών δεξιοτήτων όπως της ισορροπίας, της ευκινησίας και του συντονισμού.



   Ξέρουμε κάθε φορά γιατί πάμε σε κάποιον ειδικό ή παραϊατρικό θεράποντα. Έτσι μας είναι πιο εύκολο να το περιγράψουμε και να το εξηγήσουμε στο παιδί. Ο γιατρός θα κάνει καλά την κοιλίτσα που πονάει, δίνοντας φάρμακα. Τί θα κάνει ο ψυχολόγος όμως; Πώς θα το κάνει, πότε θα επιλυθεί η δυσκολία; Είναι πολύ σημαντικά ερωτήματα που συχνά ούτε οι ίδιοι οι ψυχολόγοι δεν έχουν έτοιμη απάντηση να δώσουν, γιατί πολύ απλά στη ψυχολογία είναι περιπτώσεις που ο χρόνος, η θεραπευτική σχέση με το παιδί και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει είναι σημαντικά ώστε να προσδιοριστούν οι παραπάνω απαντήσεις σε αντίθεση με τις άμεσες «συνταγές» άλλων επιστημών. Επομένως, η ίδια η πολύμορφη συμπεριφορά μας φέρνει σε μια ανθρώπινη αδυναμία να προχωρήσουμε σε ερμηνείες περιχαρακώνοντας τις σκέψεις μας σε φράσεις όπως «ο ψυχολόγος θα σου μιλήσει και το πρόβλημα θα λυθεί».
  Το παιδί όμως έχει ανάγκη από εξηγήσεις, πλαίσια και όρια. Το παιδί που φτάνει στο γραφείο του Ψυχολόγου θα ήταν θεραπευτικά ωφέλιμο να έχει προετοιμαστεί για την επικείμενη συνάντηση από το γονέα. Το τί θα πει ο γονέας, πώς θα το πει και πότε είναι ένα ζήτημα πολύ προσωπικό, ευαίσθητο και υποκειμενικό για να αναλωθεί σε μια συνταγογραφούμενη παράγραφο κατάθεσης σκέψεων και συμβουλών. Αν αποφύγουμε να καλύψουμε τις σκέψεις που μας οδηγούν στο Ψυχολόγο και μιλήσουμε χωρίς άγχος και απαίτηση στο παιδί, θαρρώ πως είναι μια πρώτη θετική προσέγγιση. Φυσικά ο κάθε ειδικός ψυχικής υγείας στις εκάστοτε περιπτώσεις θα σας προτείνει τον πιο ασφαλή και ωφέλιμο τρόπο που αρμόζει στο δικό σας παιδί. 

samedi 7 janvier 2012

Τί Γιολάντα, τί Μαρία - ανταπόκριση από τη θάλασσα.

    Σε μια από τις πρώτες βάρδιες που έκανα, εκεί που καθόμουν, ρώτησα το ναύτη πώς είναι η «Γιολάντα». Η Γιολάντα δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αντιπροσωπεύει τη γυναίκα, τη κοπέλα, το κορίτσι που άφησες πίσω. Κάποιες φορές είναι Γιολάντα άλλες πάλι Μαρία, ονόματα κοινά σε ισπανόφωνους και Έλληνες. Όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, μου απάντησε με χαμόγελο. Υπολογίζοντας τη διαφορά ώρας, σκέφτηκε τί θα μπορούσε να κάνει η δική του Γιολάντα στην πατρίδα. Τέτοιες κουβέντες γίνονται συχνά, για το χαβαλέ, με ένα μίγμα ελληνικών και ισπανικών, όσο χρειαστεί μέχρι να πιάσει το καράβι λιμάνι και να δοθούν ρεαλιστικά συμβάντα προς συζήτηση. Η Γιολάντα λοιπόν, άλλες φορές κοιμόταν, άλλες βαφόταν για να πάει για δουλειά και άλλες για να διασκεδάσει. Κάποιες άλλες φορές απλώς περίμενε τηλεφώνημα από το βαπόρι ενώ κάποιες άλλες ξόδευε τα λεφτά του ναυτικού που στέλνονταν σπίτι.
 Τις τελευταίες εβδομάδες όμως το κλίμα είναι διαφορετικό. Δεν ξέρουμε τί κάνει η Γιολάντα. Δεν μιλάμε πια για αυτό ή αν κάποιοι το κάνουν, δεν λένε ευχάριστα νέα, δεν χαμογελούν . Η Γιολάντα μουρμουράει, της λείπει κάποιος ή πιθανά δεν φτάνουν τα λεφτά. Ακόμα και «Puta» έχει γίνει, μιας και βγαίνει τελευταία με περίεργες παρέες και δεν σηκώνει το τηλέφωνο. Περίεργο πράμα η ψυχολογία! Ειδικά αν έχεις ένα δίμηνο να βγεις. Μπερδεύεται το πράγμα. Κανείς δεν βγάζει τα προβλήματα που έχει στο σπίτι έξω από την καμπίνα, μόνο τη ψυχολογία του περιφέρει. Αν είσαι συνειδητοποιημένος ναυτικός η ψυχολογία σου δεν επηρεάζεται παρά μόνο από τις καταστάσεις στο βαπόρι. Και εδώ τα πράγματα έχουν ζορίσει κάπως. Γιατί; Επειδή κάποιος επηρεάστηκε από τα προσωπικά του, τα μετέφερε στη δουλειά και περιφέρει τώρα την ασχήμια των συναισθημάτων του σαν επικίνδυνο ιό. Όσο πιο μεγάλο το αξίωμα τόσο πιο ενοχλητικός γίνεται στους άλλους. Η ψυχολογία τότε καταρρέει σαν ντόμινο και η Γιολάντα αποκαλείται κοφτά Puta.  

Επιμέλεια κειμένΟυ: Άννα Α.

mercredi 28 septembre 2011

Ο γίγαντας και η πανοπλία του

"Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, ζούσε ένας γίγαντας που όταν ήταν ακόμη μικρός τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο κάτι καμπούρηδες νάνοι και τον είχαν κάνει σκλάβο τους.

Αυτός καλλιεργούσε τα χωράφια τους, αυτός ύφαινε τα ρούχα τους, αυτός άλεθε το αλεύρι τους και έψηνε το ψωμί τους, αυτός έσφαζε και μαγείρευε. Έχτιζε για τους νάνους σπίτια και γι' αυτό το λόγο έκοβε δέντρα από το δάσος και έσπαζε πέτρες στα λατομεία. Έβγαζε από τη γη το κάρβουνο και το σίδερο και το χρυσάφι. Πρόσεχε τα παιδιά των νάνων, τα κουβαλούσε στα χέρια του, έπλενε τις βρόμικες πάνες τους και τους έκανε όλα τα χατίρια. Ήταν ένα πολύ εργατικός και καλοσυνάτος γίγαντας.

Οι αφέντες του, όμως, αντί να του είναι ευγνώμονες που ήταν τόσο καλός κι εργατικός, τον είχαν πάντοτε δεμένο με βαριές αλυσίδες σε χέρια και πόδια, τον χτυπούσαν, τον χαστούκιζαν και τον χλεύαζαν. Είναι πράγματι σκληρό να είσαι σκλάβος.

Όταν, που λέτε, εκείνοι έτρωγαν τα ωραία φαγητά κι έπιναν τα πανάκριβα κρασιά που εκείνος τους είχε σερβίρει στο τραπέζι, αυτός έπρεπε να κάθεται και να τους υπηρετεί και μετά, για να χορτάσει την πείνα του, τον άφηναν να φάει ό,τι έπεφτε από το τραπέζι. Οι νάνοι ντυνόντουσαν στα βελούδα και τα μεταξωτά, αλλά στον γίγαντα, που τους είχε υφάνει και ράψει όλα αυτά τα ωραία ρούχα, του έδιναν τα αποφόρια τους κι ό,τι κουρέλια είχαν για να φορέσει. Ενώ οι νάνοι έμεναν στα άνετα κρεβάτια που τους είχε φτιάξει ο γίγαντας, εκείνος ζούσε σε τρισάθλιες σπηλιές, παραδομένος στην κάψα του καλοκαιριού και στην παγωνιά του χειμώνα. Ήταν λοιπόν κακοί, σκληροί αφέντες, οι καμπούρηδες νάνοι.

Κάποια φορά, στα νιάτα του, ο γίγαντας είχε κάνει μια προσπάθεια να σπάσει τις αλυσίδες του. Τότε οι νάνοι τον είχαν κυνηγήσει και πληγώσει με τα όπλα τους και μετά τον είχαν αφήσει να πεθάνει σχεδόν από την πείνα. Τότε εκείνος είχε ξεσηκωθεί και πάλι ουρλιάζοντας, είχε σπάσει τα δεσμά του και είχε κατατρομάξει τους νάνους. Εκείνοι όμως τον χτύπησαν από μακριά με βέλη και με ακόντια τόσο πολύ, που εκείνος λιποθύμησε και ξαπλώθηκε αιμόφυρτος στη γη. Όταν συνήλθε ήταν ακόμη πιο βαριά δεμένος από πριν και σαν δαρμένο σκυλί ξαναγύρισε στη σπηλιά του.

Με τα χρόνια ο γίγαντας μεγάλυσε κι άρχισε να σκέφτεται. Κι όλο και περισσότερο αγανακτούσε με την αθλιότητά του. Την ώρα που δούλευε, άρχισε να αναλογίζεται, γιατί άραγε να είναι έτσι τα πράγματα. Οι νάνοι, βέβαια, του έλεγαν πως έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα και πως πάντα έτσι ήταν και μάλιστα αυτό ήταν και θέλημα θεού, να είναι δηλαδή αυτοί οι αφέντες κι εκείνος ο σκλάβος. Ο γίγαντας όμως είχε πάψει πια να τα πιστεύει αυτά, γιατί καθόλου, μα καθόλου δεν του άρεσαν.

Κάποτε, εκεί που δούλευε μόνος του στους αγρούς, πέρασε κάποιος ξένος που του αφηγήθηκε ότι από την άλλη μεριά των βουνών έμεναν κάποιοι άλλοι γίγαντες. Αυτοί ήταν δυο φορές πιο δυνατοί από εκείνον, δεν είχαν κανέναν αφέντη να τους τυραννά, κρατούσαν το κεφάλι τους ψηλά και χαίρονταν οι ίδιοι τους καρπούς της δουλειάς τους.

Από εκείνη την ημέρα, η καρδιά του γίγαντα γέμισε ελπίδα και προσδοκία. Μέρα και νύχτα σκεφτόταν, πώς θα κατάφερνε να περάσει τα βουνά και να ξεφύγει.

Σύντομα οι νάνοι αντιλήφθηκαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον σκλάβο τους. Συχνά, την ώρα που δούλευε, μιλούσε μόνος του. Τα βράδια έκανε μεγάλες συζητήσεις με τον εαυτό του και μάλιστα κάποια μέρα έδωσε σε κάποιον αφέντη που τον τυραννούσε ιδιαίτερα, μια εντελώς αυθάδικη απάντηση.
"Πρέπει να τον παρακολουθήσουμε", είπαν οι νάνοι. Διπλασίασαν λοιπόν τις αλυσίδες του και έβαλαν παντού οπλισμένους φρουρούς να τον προσέχουν.
"Πώς θα περάσω μέσα από τον κλοιό των φρουρών;" σκεφτόταν ο γίγαντας. "Θα πρέπει να φτιάξω έναν ανθεκτικό θώρακα, για να μη με αγγίζουν τα βέλη και τα ακόντιά τους".

Ένα βράδυ, λοιπόν, πήγε στη σπηλιά του κι άρχισε να φτιάχνει την πανοπλία του. Ήταν πολύ σκληρή δουλειά. Πολλά βράδια και νύχτες καθόταν σκυμμένος και ιδρωμένος πάνω από το αμόνι. Σαν πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος, χτυπούσε με τη γροθιά του το αμόνι και φώναζε: "Θέλω να είμαι ελεύθερος". Αυτό του έδινε πάλι δύναμη και χαρά.

Σύντομα οι νάνοι ανακάλυψαν τι έφτιαχνε ο γίγαντας κι ήρθαν στη σπηλιά του την ώρα που κοιμόταν και κατέστρεψαν την πανοπλία του. Ο γίγαντας στενοχωρήθηκε, αλλά δεν έχασε το κουράγιο του. Κατασκεύασε μία νέα πανοπλία, δύο φορές πιο γερή και καλή απ' ό,τι η παλιά. Τώρα πια οι νάνοι δεν μπορούσαν να την καταστρέψουν.

Κάθε σκέψη και κάθε έννοια του γίγαντα από'δω κι εμπρός αφορούσε στην πανοπλία του. Έφτιαξε κράνος και θώρακα, κάλυψη για την πλάτη και τα πόδια. Έφτιαξε, επίσης, κι ένα κοφτερό σπαθί. Μερικές φορές μια φωνή μέσα του, του έλεγε: "Τώρα είναι η ώρα. Ξεσηκώσου. Σπάσε τις αλυσίδες σου. Φόρεσε την πανοπλία σου, πάρε το σπαθί, πέρνα από τον κλοιό των φρουρών και πέρνα τα βουνά!"

Κάθε φορά, όμως, ο γίγαντας σκεφτόταν πως δεν είχαν ακόμη ωριμάσει τα πράγματα. Κάτι έπρεπε ακόμη να φτιάξει στην πανοπλία, το σπαθί μια ήταν ελαφρύ, μια ήταν βαρύ. Έτσι, ο χρόνος περνούσε κι ο γίγαντας δούλευε το ίδιο σκληρά.

Οι νάνοι από τη μεριά τους, φέρθηκαν πιο έξυπνα. Έσκαψαν γύρω απ' όλη τη χώρα ένα μεγάλο χαντάκι και μετά έσκαψαν και λάκκους κι έφραξαν το δρόμο προς τα βουνά με κορμούς δέντρων και κρυμμένες παγίδες. Έβαλαν επίσης στα βέλη τους δηλητήριο, ώστε ένα και μόνο χτύπημα θα αρκούσε για να παραλύσει τον γίγαντα. Τον ήθελαν, βλέπετε, και ζωντανό για να τους δουλεύει. Κι όταν ήταν έτοιμα όλα, άρχισαν και πάλι να τον χλευάζουν και να τον χτυπούν και να τον βάζουν να δουλεύει πιο πολύ απ' ό,τι παλιότερα. Ο γίγαντας έσκυβε το κεφάλι, αλλά μέσα του σκεφτόταν:
"Στην ανάγκη, έχω την πανοπλία μου και το σπαθί μου". Κι όλο και δούλευε τις νύχτες για να την κάνει ακόμη πιο τέλεια.

Έτσι περνούσαν οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια. ΄Οταν οι νάνοι του φερόντουσαν άσχημα, εκείνος τους απειλούσε με την πανοπλία του και με το σπαθί του. Η πανοπλία ήταν βέβαια από καιρό έτοιμη, του φαινόταν όμως πια τόσο πολύτιμη, ώστε δεν τολμούσε να την εκθέσει στα χτυπήματα των νάνων. "Πρέπει να διατηρήσω την πανοπλία μου", σκεφτόταν συνεχώς ο γίγαντας και την φύλαγε σαν τα μάτια του.

Με τον καιρό, όμως, ξέχασε γιατί είχε φτιάξει την πανοπλία. Ξέχασε επίσης και τα βουνά και τη χώρα από την άλλη μεριά. Θεωρούσε τον εαυτό του ελεύθερο, επειδή είχε την πανοπλία του.

Οι έξυπνοι νάνοι τον άφηναν να το πιστεύει και κρυφογελούσαν όταν τους απειλούσε. Ήξεραν πως η πανοπλία ήταν από καιρό μεγάλη και βαριά, και μ'αυτήν ο γίγαντας ποτέ δεν θα μπορούσε να περάσει τα βουνά.

Ακόμη και το σπαθί είχε πια σκουριάσει.

"Είσαι ένας δυνατός γίγαντας", έλεγαν οι νάνοι στον σκλάβο τους και ο γίγαντας δεν καταλάβαινε ότι τον κορόιδευαν."
                                                                                                           

                                                                                                                                                                         Έρβιν Χέρνλε (1883-1952)
    (ένα από τα "Πολύτιμα παραμύθια", εκδ. Άγκυρα)

mardi 27 septembre 2011

Και αν με φάει ο δράκος;

Ωδή στην παθητικότητα μιας ακινητοποιημένης άρνησης

Θα μπορούσα να είμαι αιχμάλωτη θρησκευτικών καθεστώτων, πολεμικών συρράξεων, πείνας και λιμού, φυσικών, πυρηνικών καταστροφών και άλλων πολλών συμβάντων επί γης. Η μοίρα μου όμως έλαχε να είμαι "θύμα" μιας οικονομικής παγκόσμιας σεισμικής δόνησης με τον κύριο σεισμό ακόμα σε αναμονή και μιας θεότρελης ιστορικής και κοινωνικής συγκυρίας άξιας περιγραφής, κριτικής και αναγκαστικής συμμετοχής.
 Δεν ήμουν έτοιμη για αυτόν το μαζικό συναγερμό. Πληρώστε γιατί θα μας πέσει ο ουρανός σφοντύλι. Δεν ήμουν έτοιμη για αυτήν την καθολική κατήφεια. Δεν βγαίνω γιατί Παρασκευή πληρώνω έκτακτη εισφορά. Δεν ήμουν έτοιμη για αγανάκτηση, θυμώνω και με την μύγα που πετάει γιατί και αυτή στην κοινωνία που ζω ανήκει αλλά η πουτάνα πετά ακόμα ελεύθερη και έχει διαφύγει φορολογικής συμπερίληψης. Δεν ήμουν έτοιμη να με τρομοκρατούν με τα ποσοστά ανεργίας των νέων και να μου ποστάρουν ότι η Αυστραλία είναι ο επίγειος παράδεισος εργασίας και άνετης ζωής (2 μέρες ταξίδι μακριά).

Δεν –ξε- Δεν που θα ‘λεγε και η γιαγιά μου, οφείλω να βρω τα όπλα μου, τα εργαλεία μου και την αυθεντικότητα της ατομικής μου ευθύνης, να ανταλλάξω τα «ΔΕΝ» μου με τα «ΝΑ» και να βρω συμμάχους στην επι-βίωση μιας προσωπικής αξιοπρέπειας και μιας κοινωνικής ανάπτυξης. Στο «ΝΑ» το καλό είναι, ότι και αν ακόμα αποτύχεις, θα  βρίσκονται πάντα κρυμμένες δράσεις και εμπειρίες άκρως ουσιώδεις για την ανάδυση σου από τη μοιρολατρία μιας ακινητοποιημένης καταραμένης και άκρως συμβατικής κρίσης ενός «ΔΕΝ».

ΔΕΝ ξέρω, τι λές;